Betfair: Μια ιδέα που άλλαξε τον κόσμο…

Betfair 2017 greeceΤι είναι πιο δύσκολο, να έχεις μια πρωτότυπη ιδέα ή να πάρεις κάτι που βρίσκεται στο μυαλό όλων και να του δώσεις σάρκα και οστά, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα; Στην περίπτωση της Betfair, του μεγαλύτερου ανταλλακτηρίου στοιχημάτων παγκοσμίως, ισχύει προφανώς το δεύτερο. Το παραδέχτηκε και ο ένας εκ των δύο ιδρυτών της, ο Andrew Black, στο λόγο που εκφώνησε το 2003, όταν πήρε και το βραβείο Ernst & Young Emerging Entepreneur of the Year: «Η ιδέα ήταν απλή, η υλοποίηση δύσκολη».

Πράγματι, η βαθιά και παραδοσιακή στοιχηματική κουλτούρα των Βρετανών είναι πολύ κοντά σ’ αυτό που απλά κάνει η Betfair. Δύο άνθρωποι βάζουν ένα στοίχημα με όρους και αποδόσεις που συμφωνούν, και για να είναι σίγουροι ότι θα πληρωθούν δίνουν τα χρήματα προκαταβολικά σ’ έναν μεσάζοντα. Οι δύο τεράστιες διαφορές, βέβαια, που γιγάντωσαν την Betfair είναι ότι μέσω του διαδικτύου οι άνθρωποι που συμφωνούν στο στοίχημα είναι τελείως άγνωστοι μεταξύ τους, μπορεί μάλιστα να απέχουν και δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, κι επίσης ο «μεσάζων», αυτός που κρατάει τα χρήματα για λογαριασμό τους, παίρνει κι ένα μικρό ποσοστό από τα κέρδη για να… επιβιώνει!

Η ιδέα μιας διαδικτυακής πλατφόρμας, όπου οι παίκτες δεν θα μπορούσαν απλώς να τοποθετούν στοιχήματα, αλλά να δέχονται κιόλας, δηλαδή να κάνουν οι ίδιοι τους μπουκ, καρφώθηκε στο μυαλό του Black ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ήταν μάλλον παράξενο που το ξεκίνησε αυτός: Ο παππούς του, ο Sir Cyril Black, είχε φτάσει μέχρι και τη Βουλή των Κοινοτήτων τη δεκαετία του 1960 με το Συντηρητικό Κόμμα κι ένα από τα κύρια συνθήματά του ήταν εναντίον του τζόγου, που εκφυλίζει τη νεολαία! Ο εγγονός του ήταν το καλύτερο παράδειγμα. Μόλις στον δεύτερο χρόνο του στο Exeter University ο Andrew ειδοποιήθηκε ότι δεν είναι πια ευπρόσδεκτος στο πανεπιστήμιο. Την αιτία την παραδέχτηκε ο ίδιος: «Περνούσα πολύ περισσότερο χρόνο στα μπουκάδικα παρά στις αίθουσες»!

Η ιδιαίτερη κλίση του στα μαθηματικά, από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, δεν τον βοήθησε να πάρει πανεπιστημιακό τίτλο, αλλά όπως είπε ο ίδιος του εξασφάλισε για χρόνια ένα σταθερό και σημαντικό εισόδημα από το στοίχημα, κυρίως σε ιπποδρομιακό στοίχημα, κυνοδρομίες, αλλά και ποδόσφαιρο! Μόνο όταν παντρεύτηκε αποφάσισε να βρει κάτι πιο σταθερό σαν εργασία. Τότε ήταν που γνώρισε τον Edward Wray, με τον οποίο αποφάσισαν να κάνουν μαζί τη δουλειά. Ο Wray ήταν για οκτώ χρόνια υψηλόβαθμο στέλεχος της JP Morgan, ωστόσο ενθουσιάστηκε τόσο πολύ με την ιδέα που δεν δίστασε να αφήσει τη θέση του και να αναλάβει τη διοίκηση του πρότζεκτ, αφού εξαρχής δήλωσε απόλυτα σίγουρος για την επιτυχία του.

Οι αρχικές δυσκολίες

Οι πρώτες πόρτες που χτύπησαν ήταν ερμητικά κλειστές. Λόγω έλλειψης πόρων, ο Black έφτασε στο σημείο να απευθυνθεί σε «παραδοσιακούς» μπουκμέικερς και να τους προσφέρει ποσοστό ως και 50% από τη δουλειά, αρκεί να τη χρηματοδοτούσαν. Συζητήσεις, αποσπασματικές πάντως, έγιναν μόνο με τον Victor Chandler, αλλά κι εκεί τους αποθάρρυναν. Το σκεπτικό των παραδοσιακών μπούκηδων ήταν απλό: Τεχνικά ήταν εφικτό να γίνει ένα ανταλλακτήριο στοιχημάτων, ωστόσο ποτέ δεν θα έφτανε στο σημείο να συναγωνιστεί τους μπουκμέικερς σε αξιοπιστία. Οι παίκτες, δηλαδή, θα το αγνοούσαν, επειδή θα φοβούνταν ανά πάσα στιγμή ότι θα χάσουν τα λεφτά τους.

Εκεί μάλλον κρύβεται και η (μάλλον υπερβολική) αντιπάθεια που έβγαλε ο Black για τους παραδοσιακούς μπουκμέικερς στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Betfair, με τις ευφάνταστες διαφημιστικές τους καμπάνιες. Στην πιο… μακάβρια απ’ αυτές, ο Black έβγαλε στους δρόμους του Λονδίνου διαφημιστικά αυτοκίνητα που έμοιαζαν με νεκροφόρες (!) και κουβαλούσαν φέρετρα, τα οποία είχαν πάνω τους γνωστά ονόματα μπουκμέικερς και με μεγάλα γράμματα το σύνθημα: «Το τέλος των μπουκμέικερς»! Η καμπάνια προκάλεσε σοκ, αλλά παράλληλα έδωσε και δημοσιότητα. Όλοι άρχισαν να μιλούν γι’ αυτή την καινούργια ιστοσελίδα με τα γαλάζια και ροζ τετραγωνάκια…

Andrew Black και Ed Wray.Η Betfair ξεκίνησε με πόρους κάτι λιγότερο από 1 εκ. στερλίνες. Ένα ποσό που μαζεύτηκε όπως-όπως από φίλους και συγγενείς. Για την ιστορία, το πρώτο γεγονός στο οποίο δέχτηκε στοίχημα ήταν οι ιπποδρομίες του Epsom Oaks. Κανείς δεν περίμενε την καταιγιστική ανάπτυξη που θα ακολουθούσε.

Προφανώς οι Black και Wray δεν είχαν μόνοι του την ιδέα. Την ανέπτυξαν, όμως, με τέτοιο τρόπο που την έκαναν προσιτή σε όλους, χωρίς αγκυλώσεις, και «κατάπιαν» στην κυριολεξία οποιονδήποτε ανταγωνισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγες εβδομάδες πριν τη λειτουργία της Betfair βγήκε στον αέρα ένα άλλο ανταλλακτήριο, το Flutter. Η κεντρική ιδέα ήταν ίδια, πλην όμως η πλατφόρμα του Flutter ουσιαστικά λειτουργούσε όπως περίπου το Ebay. Ο παίκτης που θα δεχόταν το στοίχημα έβαζε το ποσό και την απόδοση και αυτός που θα το δεχόταν απλώς «ματσάριζε» το συγκεκριμένο κουτάκι. Η Betfair ομαδοποίησε όλα τα στοιχήματα σ’ ένα συγκεκριμένο γεγονός, προσφέροντας όλα τα ποσά μαζί. Γρήγορα κέρδισε όλους τους πελάτες και, μόλις έναν χρόνο αργότερα, εξαγόρασε και το Flutter.

Οι πανέξυπνες διαφημιστικές καμπάνιες εκτοξεύουν την Betfair

Η βασική επικοινωνιακή καμπάνια της Betfair, αυτή που της δημιούργησε και την αξιοπιστία, βασίστηκε στο εξής σκεπτικό: «Αν νομίζετε ότι τα λεφτά σας είναι 100% εγγυημένα σ’ έναν μπουκμέικερ, σ’ εμάς είναι 101% εγγυημένα, γιατί τα’ χουμε προπληρωθεί από τους πελάτες μας».

Το δεύτερο πιο δημοφιλές σύνθημα ήταν αυτό των «δίκαιων» αποδόσεων: Η Betfair δεν παρεμβαίνει ποτέ, η απόδοση που βλέπει ο παίκτης σε κάθε αθλητικό γεγονός είναι αυτή που καθορίζεται από τον αέναο νόμο της αγοράς και της ζήτησης. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η Betfair ξεπέρασε τα όρια των μπουκμέικερς και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως εργαλείο από πολλούς παίκτες, που δεν ποντάρουν μόνο, αλλά και βλέπουν τις τάσεις των αγορών. Φυσικά μέσα στους πελάτες υπάρχουν και παίκτες που προσπαθούν να επηρεάσουν αυτές τις τάσεις, προσφέροντας υπερβολικά ποσά σε κάποιες αποδόσεις ή «σκουπίζοντας» ξαφνικά κάποια ποσά, αλλά αυτό τη Betfair τυπικά δεν την ενδιαφέρει.

Η πλατφόρμα επένδυσε αμέσως στο live betting, την εποχή που στους παραδοσιακούς μπούκηδες ήταν ένα μικρό κομμάτι του τζίρου τους. Αντιλήφθηκε γρηγορότερα από τους άλλους τις έννοιες του live streaming, της ζωντανής μετάδοσης γεγονότων την ώρα που δίπλα τους «χορεύουν» οι αποδόσεις, αλλά και του cash out, της εξασφάλισης κερδών ή μείωσης απωλειών πριν ολοκληρωθεί το γεγονός. Στην «αντασφάλιση», άλλωστε, όχι μόνο παικτών αλλά και πολλών μπουκμέικερ, Ασιατών κυρίως, χρωστούσε επί πολλά χρόνια μεγάλο μέρος του τζίρου της.

Ο Black είπε ότι θα μπορούσε να εξαγοράσει όλα τα ανταλλακτήρια στοιχημάτων που λειτουργούν σήμερα, αλλά πια τίποτα δεν τον ενοχλεί. Η Betfair είναι μακράν το μεγαλύτερο ανταλλακτήριο, απασχολεί πάνω από 1.800 υπαλλήλους σε όλο τον κόσμο και το καθαρό της κέρδος μόνο για το 2014 ξεπέρασε τα 51 εκ. στερλίνες. Πλέον η πλατφόρμα έχει εξελιχθεί και στο πόκερ, το online casino και σε άλλες μορφές στοιχηματισμού.

Η συγχώνευση με την Paddy Power

PaddyPowerBetfairΤο πιο σημαντικό στοιχείο, πάντως, από πλευράς πρεστίζ συνέβη μόλις το 2016. Η Betfair συγχωνεύθηκε μ’ έναν από τους παραδοσιακούς μπουκμέικερ που παλαιότερα κατηγορούσε, την πλατφόρμα Paddy Power. Η νέα πλατφόρμα, Paddy Power Betfair, είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Λονδίνου και μάλιστα η μετοχή της συνυπολογίζεται στον Δείκτη FTSE 100, που δείχνει την τάση της αγοράς σε μια από τις μεγαλύτερες χρηματαγορές του πλανήτη.

Τώρα πια ούτε ο Black ούτε ο Wray είναι στο τιμόνι της Betfair. Ο Black κατά πληροφορίες έχει κρατήσει το 15% των μετοχών (που αξίζουν πια πάνω από 200 εκ. στερλίνες) και ασχολείται με άλλες δραστηριότητες, που αφορούν κυρίως στάβλους, άλογα και ιπποδρομίες. Θεωρείται, μάλιστα, ένας από τους καλύτερους επαγγελματίες παίκτες μπριτζ παγκοσμίως, άλλη μια ένδειξη ότι το μαθηματικό του μυαλό συνεχίζει να δουλεύει στην εντέλεια. Ο Wray κράτησε την προεδρία της Betfair ως το 2012, προηγουμένως είχε ασχοληθεί με την ανάπτυξη της πλατφόρμας στην Αυστραλία, οι επαγγελματικές του ασχολίες έχουν να κάνουν με τα οικονομικά, τον τομέα που άφησε πριν ασχοληθεί με τη Betfair.

Σχόλια