Στοίχημα στα μονά αποδεκτά

Αν νομίζετε ότι το στοίχημα είναι «λίγα βάζω, πολλά παίρνω», καλύτερα να μην διαβάσετε καθόλου το κείμενο. Όποιος θέλει να αυξήσει το κεφάλαιό του ραγδαία προφανώς επιλέγει τα παρολί με πολλά ζητούμενα, με αποκλειστικό στόχο να γίνει πλούσιος από τις λίγες φορές που θα κερδίσει. Φυσικά, το ζήτημα είναι πόσες φορές (κι ενδεχομένως συνεχόμενες…) μπορεί να «αντέξει» την ήττα, μέχρι η τύχη και η ικανότητά του να του εξασφαλίσουν αυτές τις νίκες.

Το μονό αποδεκτό είναι ο πιο «ελέγξιμος» τρόπος διαχείρισης του προσωπικού σας κεφαλαίου, με την έννοια ότι δεν επιτρέπει ιδιαίτερες ζημιές, αλλά την ίδια στιγμή δεν φέρνει επ’ ουδενί και τα κέρδη, τα οποία διεκδικεί κάποιος παίζοντας παρολί. Θεωρείται, πάντως, από τους καλύτερους τρόπους για να μπει ο παίκτης στη διαδικασία του σοβαρού παιχνιδιού, αφού τα αποτελέσματα είναι άμεσα συνυφασμένα με την προβλεπτική ικανότητα και τη διαχείριση χρημάτων και ο τρόπος από μόνος του επιτρέπει στον παίκτη να χτίσει με τον καιρό το κεφάλαιό του.

Οι δύο μεταβλητές των μονών

Για να διαπιστώσετε αν μπορούμε να έχουμε κερδοφορία με τα μονά αποδεκτά, οφείλουμε να εξετάσετε δύο μεγέθη: Το ποσοστό της προβλεπτικής σας ικανότητας (πόσα στα πόσα «πετυχαίνετε» από αυτά που παίζετε) και τον μέσο όρο της κερδισμένης σας απόδοσης. Ο τύπος που καθορίζει την κερδοφορία σας είναι

Π.Ι. Χ Κ.Α. >= 1,00

Όπου Π.Ι.= το ποσοστό της προβλεπτικής μας ικανότητας και

Κ.Α.= ο μέσος όρος της κερδισμένης μας απόδοσης.

Το Π.Ι. βέβαια είναι εύκολο να το βρείτε. Αν παίξατε 20 αγώνες και πετύχατε τους 12, το Π.Ι. σας είναι 60%, δηλαδή 0,60 στον προηγούμενο τύπο. Το Κ.Α. είναι επίσης εύκολο να βρεθεί: Προσθέτετε τις αποδόσεις των αγώνων που κερδίσατε (1,75+1,90+2,10 κ.ο.κ) και τους διαιρείτε με τον αριθμό των αγώνων που κερδίσατε, στη δική μας περίπτωση το 12.

Προσοχή: Πολλοί μπορεί να μπερδευτούν και να αθροίσουν τις αποδόσεις όλων των αγώνων, στους οποίους ποντάρουν. Αν οι διαφορές δεν είναι μεγάλες, τότε το συμπέρασμα θα είναι περίπου ίδιου. Έχει σημασία, όμως, να απομονώσετε τις κερδισμένες αποδόσεις κι από εκεί να προκύψει η δεύτερη μεταβλητή, ειδικά αν ποντάρετε σε ποικιλία αποδόσεων. Έτσι θα αποφύγετε λανθασμένους αριθμούς, όπως π.χ. ο μέσος όρος της απόδοσης να είναι πάνω από 2,00, αλλά στην εξίσωση να συμπεριλαμβάνονται και μεγάλες χαμένες αποδόσεις, ενώ αυτές που επιβεβαιώνονται να είναι κατά κανόνα οι μικρότερες.

Ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι η μέση απόδοση των κερδισμένων σας αγώνων είναι 1,87. Ο πολλαπλασιασμός με το ποσοστό σας (0,60) δίνει γινόμενο 1,122. Και στον τύπο φαίνεται πως όταν ο αριθμός είναι μεγαλύτερος από 1,00 τότε είστε κερδοφόροι. Για την ακρίβεια, οι δεκαδικοί αριθμοί που προκύπτουν μετά το 1,00 είναι στην ουσία το ποσοστό κέρδους σας επί του τζίρου. Στο παράδειγμά μας, δηλαδή, το ποσοστό κέρδους σας είναι 12,2% επί των χρημάτων που ποντάρατε συνολικά.

Θετικά και αρνητικά

Οι δύο μεταβλητές του τύπου είναι άμεσα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Εννοείται πως όσο μικρότερες αποδόσεις παίζετε (άρα και όσο μικραίνει η μέση κερδισμένη μας απόδοση) τόσο περισσότερο πρέπει να αυξάνεται η προβλεπτική σας ικανότητα, ώστε να παραμένετε σε θετικά πλαίσια. Εννοείται ότι όταν ο αριθμός είναι κάτω από το 1,00 υπάρχει ζημία, όσο μικρότερος ο αριθμός, τόσο περισσότερα και τα χρήματα που χάνετε.

Με τα μονά αποδεκτά, πάντως, ο παίκτης έχει την αίσθηση ότι παίρνει αυτό που αξίζει. Δεν εκτίθεται σε παρολί, όπου μπορεί να έχει τις περισσότερες σωστές προβλέψεις και τελικά να μην πληρωθεί γιατί θα χάσει ένα ή δύο ματς (αν παίζει σύστημα με ζητούμενα). Έτσι είναι ευκολότερο να καρπωθεί τα κέρδη του, ειδικά αν η ψυχολογία του δεν έχει εκπαιδευτεί τόσο που να αντέχει περισσότερες ήττες από νίκες.

Το αρνητικό, βέβαια, των μονών αποδεκτών είναι ότι δεν μπορούν να εκτοξεύσουν το κεφάλαιό σας, ακόμα κι αν έχουμε μια μακρά περίοδο σωστών προβλέψεων. Τα κέρδη θα είναι κάπως περιορισμένα, όπως βέβαια και οι ζημιές. Ένας καλός παίκτης με 10% κέρδος επί του τζίρου του μπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να διεκδικήσει μέχρι και τον τριπλασιασμό-τετραπλασιασμό του αρχικού του κεφαλαίου μέσα στη σεζόν. Κάτι που σε βάθος χρόνου φαίνεται εξαιρετικό, αλλά απαιτεί προσήλωση και πειθαρχία για να γίνει και αντιτίθεται στην λογική που έχουν οι περισσότεροι παίκτες για το στοίχημα, όπου θέλουν ρισκάροντας λίγα χρήματα να δημιουργήσουν μεγάλες περιουσίες.

Αυξομειώνοντας τη μίζα

Οι παίκτες που έχουν σταθεροποιήσει τα ποσοστά της προβλεπτικής τους ικανότητας σε θετικά πλαίσια επιχειρούν να «πειράξουν» έναν τρίτο παράγοντα, που δεν έχει να κάνει τόσο με το στοίχημα, όσο με τη διαχείριση χρημάτων, που μας έχει απασχολήσει σε σειρά άλλων άρθρων. Αυξομειώνουν, δηλαδή, το ποσό που στοιχηματίζουν κάθε φορά, με ιδεατό αποτέλεσμα να κερδίσουν όσο περισσότερα από τα κερδισμένα και να χάσουν λιγότερα από τα χαμένα.

Βεβαίως κάτι τέτοιο είναι απίθανο να συμβεί όλες τις φορές, μάλιστα εγκυμονεί και τον προφανή κίνδυνο ο αριθμός της αρχικής σας εξίσωσης να είναι παραπάνω από 1,00, αλλά λόγω κακής διαχείρισης χρημάτων να υπάρχει ζημία στο κεφάλαιό σας. Οι φανατικοί θιασώτες των μονών αποδεκτών δεν προσπαθούν, βέβαια, κάθε φορά να ποντάρουν και διαφορετική μίζα. Συνήθως υπάρχουν κάποια «σημεία», στα οποία γίνονται αυτές οι αλλαγές π.χ. όταν το αρχικό κεφάλαιο διπλασιάζεται, τότε το σταθερό ποντάρισμα σε κάθε ματς αυξάνεται κατά ένα ποσοστό π.χ. 20%. Όταν κι αυτό το κεφάλαιο διπλασιαστεί, τότε υπάρχει περαιτέρω αύξηση.

Σχόλια